Όσοι ξενυχτούν τρώνε διαφορετικά: Νέα μελέτη τους συνδέει με την παχυσαρκία
Οι άνθρωποι που προτιμούν τις βραδινές ώρες τείνουν να τρώνε αργότερα και να εμφανίζουν χειρότερους μεταβολικούς δείκτες.
Οι άνθρωποι που ξυπνούν νωρίς συχνά θεωρούνται πιο οργανωμένοι στις καθημερινές τους συνήθειες, ενώ όσοι προτιμούν να μένουν ξύπνιοι μέχρι αργά το βράδυ αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως «νυχτοπούλια». Μια νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές στη Νέα Ζηλανδία δείχνει ότι αυτή η διαφορά δεν αφορά μόνο το πρόγραμμα ύπνου, αλλά ενδέχεται να συνδέεται και με το πότε τρώμε, την ποιότητα της διατροφής μας, ακόμη και με ορισμένους δείκτες που σχετίζονται με την παχυσαρκία και τον μεταβολισμό.
Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν ο λεγόμενος «χρονότυπος», δηλαδή η φυσική προτίμηση ενός ανθρώπου να κοιμάται και να ξυπνά νωρίς ή αργά, σχετίζεται με τις διατροφικές συνήθειες, τη σύσταση του σώματος και την καρδιομεταβολική υγεία. Αν και προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι όσοι κοιμούνται αργά εμφανίζουν συχνότερα ανθυγιεινές διατροφικές συμπεριφορές, παρέμενε ασαφές αν η ώρα κατανάλωσης του φαγητού συνδέεται και με πιο λεπτομερείς δείκτες, όπως η κατανομή του σωματικού λίπους ή ορισμένοι βιολογικοί δείκτες στο αίμα.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, οι επιστήμονες ανέλυσαν στοιχεία από 287 υγιείς γυναίκες ηλικίας 18 έως 45 ετών, ευρωπαϊκής και νησιωτικής καταγωγής της Νέας Ζηλανδίας. Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν ειδικά ερωτηματολόγια σχετικά με τις ώρες που κοιμούνταν και ξυπνούσαν, κατέγραψαν αναλυτικά όλα όσα έτρωγαν επί πέντε ημέρες και υποβλήθηκαν σε μετρήσεις της σύστασης του σώματός τους με εξειδικευμένη απεικονιστική μέθοδο. Παράλληλα, οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα αίματος έπειτα από ολονύκτια νηστεία, ώστε να αξιολογήσουν δείκτες που σχετίζονται με τα λιπίδια, το σάκχαρο και διάφορες ορμόνες που συμμετέχουν στη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Στη συνέχεια, οι γυναίκες ανάλογα με τον χρονότυπό τους χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: πρωινούς, ενδιάμεσους και βραδινούς τύπους. Επειδή οι καθαρά πρωινοί ήταν σχετικά λίγοι, οι ερευνητές ανέλυσαν μαζί τους πρωινούς και τους ενδιάμεσους και τους συνέκριναν με όσες είχαν σαφή προτίμηση στις βραδινές ώρες.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Από την παρατήρηση προέκυψε μια ξεκάθαρη διαφορά στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η πρόσληψη τροφής μέσα στην ημέρα. Οι γυναίκες που ανήκαν στους πρωινούς και ενδιάμεσους χρονότυπους κατανάλωναν μεγαλύτερο μέρος της ημερήσιας ενέργειας, των πρωτεϊνών, των υδατανθράκων και των λιπαρών μέχρι τις 10 το πρωί. Αντίθετα, οι βραδινοί τύποι έτρωγαν αισθητά λιγότερο το πρωί και μετέφεραν μεγάλο μέρος των γευμάτων τους μετά τις 8 το βράδυ.
Η διαφορά αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στην ώρα των γευμάτων. Οι συμμετέχουσες που προτιμούσαν να μένουν ξύπνιες μέχρι αργά είχαν συνολικά ελαφρώς υψηλότερη ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη, αλλά κυρίως ακολουθούσαν μια διατροφή χαμηλότερης διατροφικής ποιότητας. Κατανάλωναν λιγότερες φυτικές ίνες, καθώς και μικρότερες ποσότητες βιταμινών και μετάλλων (π.χ. βιταμίνης Α, φυλλικού οξέος, μαγνησίου, ασβεστίου, καλίου, ιωδίου). Με άλλα λόγια, η διατροφή τους φαινόταν να περιλαμβάνει λιγότερα τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά.
Παράλληλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες με βραδινό χρονότυπο είχαν υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος, μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερη συγκέντρωση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς, ένας δείκτης που θεωρείται πιο στενά συνδεδεμένος με τον κίνδυνο εμφάνισης μεταβολικών νοσημάτων. Οι ίδιες εμφάνιζαν επίσης λιγότερο ευνοϊκό μεταβολικό προφίλ, με αυξημένα τριγλυκερίδια, υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, καθώς και χαμηλότερη «καλή» χοληστερόλη (HDL).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι συσχετίσεις αυτές ήταν ακόμη πιο έντονες στις γυναίκες που ήδη είχαν αυξημένο ποσοστό σωματικού λίπους. Σε αυτή την ομάδα, όσες ανήκαν στους βραδινούς χρονότυπους κατανάλωναν πολύ λιγότερη ενέργεια και λιγότερους υδατάνθρακες και πρωτεΐνες το πρωί, αλλά πολύ περισσότερες θερμίδες, υδατάνθρακες και λιπαρά αργά το βράδυ. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, αυτό το μοτίβο μπορεί να υποδηλώνει ότι τα άτομα που προτιμούν τις βραδινές ώρες είναι πιθανό να είναι πιο ευάλωτα στις αρνητικές συνέπειες της καθυστερημένης κατανάλωσης τροφής.
Πού καταλήγουν οι ερευνητές
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι το εύρημα αυτό είναι συμβατό με όσα γνωρίζουμε σήμερα για το ανθρώπινο βιολογικό ρολόι. Πολλές λειτουργίες του οργανισμού, όπως η παραγωγή ορμονών, η πέψη, η αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών και η ρύθμιση του σακχάρου, ακολουθούν καθημερινό ρυθμό. Κατά τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες ο οργανισμός φαίνεται να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα την ενέργεια που λαμβάνει από τις τροφές, ενώ αργότερα μέσα στην ημέρα η μεταβολική του απόδοση μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσο τρώμε, αλλά πιθανόν και πότε τρώμε.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν την ιδέα πως η ώρα των γευμάτων αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα της υγείας, ο οποίος αξίζει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τη συνολική ποιότητα της διατροφής. Όπως σημειώνουν, οι διατροφικές συστάσεις του μέλλοντος ίσως χρειαστεί να μην περιορίζονται μόνο στις θερμίδες και στα θρεπτικά συστατικά, αλλά να προσαρμόζονται και στον βιολογικό ρυθμό κάθε ανθρώπου. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν αν η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της ημερήσιας πρόσληψης τροφής στις πρωινές ώρες μπορεί πράγματι να βελτιώσει τη μεταβολική υγεία, ιδιαίτερα για όσους έχουν φυσική προτίμηση να ξενυχτούν.